Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Η Αυτοκτονία της Λαοδάμειας και ο Ν. Επισκοπόπουλος


Το άρθρο αυτό στοχεύει στο να συνεισφέρει, όσο είναι εφικτό, στο ζήτημα των χαρακτηριστικών του λογοτεχνικού ρεύματος του Αισθητισμού. Να καταστήσω σαφές από την αρχή ότι η παρέμβαση αυτή δεν αποβλέπει στο να καταδείξει κάποιου είδους ομοιότητα ή ακόμη και αντιγραφή του Επισκοπόπουλου από την αρχαιότητα, αλλά να αναδείξει το γεγονός ότι ο απόηχος ενός αρχαίου μύθου δύναται να τροφοδοτεί τη φαντασία και να δημιουργεί ορόσημα για νέα λογοτεχνικά ρεύματα. Διότι, καθώς φαίνεται, μια ιστορία σχετικά με τη χήρα του Πρωτεσίλαου, τη Λαοδάμεια, αποτελεί
μοτίβο μυθολογικό που δείχνει να ταξιδεύει μέσα στον χρόνο και να φθάνει, ως απόηχος πλέον, στο διήγημα «Ο Ιππότης Μαξ» του Ν. Επισκοπόπουλου. Ο δε τελευταίος μεταποιεί αυτό το, περίπου θρησκευτικό, μοτίβο σε ένα χαρακτηριστικότατο δείγμα Αισθητισμού. Θα ξεκινήσουμε την αναζήτησή μας με τον μύθο του Πρωτεσίλαου και εν συνεχεία θα περάσουμε στον «Ιππότη Μαξ.»



Α. Πρωτεσίλαος

Στις μέρες μας το όνομα «Πρωτεσίλαος» είναι κυρίως γνωστό γιατί ανήκει σε κείνο το πρόσωπο που υπήρξε ο πρώτος νεκρός του τρωικού πολέμου. Ο Όμηρος το λέει καθαρά:

«τὸν δ᾽ ἔκτανε Δάρδανος ἀνὴρ
νηὸς ἀποθρῴσκοντα πολὺ πρώτιστον Ἀχαιῶν
»

Που σημαίνει: «Αυτόν τον σκότωσε ένας Δάρδανος, καθώς πρώτος πήδηξε απ’ το καράβι». Δηλαδή ο Πρωτεσίλαος ήταν ο πρώτος όλων των Αχαιών που αποβιβάστηκε στο Ίλιον πηδώντας απ’ τα καράβια στην στεριά, και ένας Δάρδανος του πήρε τη ζωή. Ο Πρωτεσίλαος ήταν υιός του Ιφίκλου και της Αστυόχης και καταγόταν από την Φυλάκη της Θεσσαλίας. Ακριβώς πριν τους παραπάνω στίχους, ο Όμηρος κάνει αναφορά στον σπαραγμό της χήρας του ήρωα:

«Τοῦ δὲ καὶ ἀμφιδρυφὴς ἄλοχος Φυλάκῃ ἐλέλειπτο
καὶ δόμος ἡμιτελής
»

Πρωτεσίλαος και Λαοδάμεια
Εδώ έχουμε μία από τις πολύ όμορφες περιγραφές των ομηρικών επών. Πρέπει όμως να επιμείνουμε στο νόημα των λέξεων. Η λέξη «ἄλοχος» σημαίνει βεβαίως σύζυγος, συμβία, σύντροφος. Επομένως οι στίχοι αυτοί μας μιλούν για την σύζυγο του Πρωτεσίλαου η οποία παρέμεινε στη Φυλάκη («Φυλάκῃ ἐλέλειπτο»). Ο Όμηρος κρίνει επίσης ότι δυστυχώς το σπιτικό αυτό έμεινε ανολοκλήρωτο («καὶ δόμος ἡμιτελής»). Εκεί όμως που θα επιμείνουμε είναι στο επίθετο «ἀμφιδρυφὴς», καθότι έτσι χαρακτηρίζεται η χήρα του ήρωα. Η λέξη σημαίνει εκείνον που έχει σχισμένες, πληγωμένες τις παρειές από θρήνο. Σε αυτό ακριβώς το στοιχείο εστιάζει το παρόν άρθρο. Φαίνεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες έδωσαν μεγαλύτερες διαστάσεις όχι απλά στον Πρωτεσίλαο (κάτι που δείχνει λογικό η θεϊκή τιμή στον πρώτο πεσόντα του τρωικού πολέμου), αλλά και στη Λαοδάμεια. Αναφέρεται λοιπον (όχι μόνον στην ευριπίδεια τραγωδία «Πρωτεσίλαος», αλλά σε πολλές ακομη ιστορίες) ότι η Λαοδάμεια δεν κατόρθωσε ουδέποτε να συμφιλιωθεί με τον θάνατο του αγαπημένου της. Επιδόθηκε λοιπον σε ατομικές βακχικές τελετές. Δηλαδή έστησε αρχικά στο δωμάτιό της ένα ομοίωμα του νεκρού συζύγου (από ξύλο ή κερί) και ύστερα άρχισε να του μιλάει, να κλαίει και να βακχεύει στεφανωμένη μπροστά του. Ποιό είναι το αποτέλεσμα; Ο μεγάλος πόνος της Λαοδάμειας καταφέρνει και ανασύρει τον νεκρό Πρωτεσίλαο από τον κάτω κόσμο για μία και μόνη νύχτα. Το ζευγάρι κοιμάται μαζί, ενώ το πρωί ο Πρωτεσίλαος επιστρέφει στον Άδη. Το μεν ομοίωμα καίγεται, η δε Λαοδάμεια αυτοκτονεί. Κατά κάποιον τροπο δηλαδή η γυναίκα αυτή ακολουθεί τον σύζυγό της στον Κάτω Κόσμο.
Η λαϊκή αυτή ιστορία είναι μια εξαιρετική αποτύπωση της ταύτισης του ερωτικού πόθου με τον θάνατο. Το πάθος (που εκφράζεται με τις διονυσιακές τελετές) συνυφαίνεται με τον έρωτα και τον θάνατο.


Β. Νικόλαος Επισκοπόπουλος - «Ο Ιππότης Μαξ»

Φαίνεται ότι ο Ν. Επισκοπόπουλος έγινε μέσα σε ένα βράδυ γνωστός σε όλη την Αθήνα. Γεννημένος το 1893 στη Ζάκυνθο, θεωρείται από τους πρώτους ή ο πρώτος που εισήγαγε το ευρωπαϊκό ρεύμα του Αισθητισμού στην Ελλάδα. Σε τούτο το άρθρο θα εστιάσουμε στο κείμενό του που φέρει τον τίτλο «Ο Ιππότης Μαξ».
Νικόλαος Επισκοπόπουλος
Κατά το δειλινό, όπου όλα τα άνθη ευωδιάζουν και δημιουργούν μια θελκτική ατμόσφαιρα ύπνωσης και νάρκωσης, η Έλλη ποτίζει τον κήπο της. Η σελήνη, που έχει ήδη κάνει την εμφάνισή της, είναι κάπως τρομακτική απόψε. Ο Επισκοπόπουλος εισάγει τον αναγνώστη σε ένα περιβάλλον που γέμει μυστηρίων. Αντιλαμβανόμαστε ότι τούτη η βραδιά δεν θα είναι όπως οι άλλες…
Όταν η Έλλη εισέρχεται στο σπιτι, κάθεται απέναντι από μία εικόνα. Το πρόσωπο της εικόνας ήταν ένας νεαρός άνδρας, ο Μαξ, με λαμπερούς οφθαλμούς που μαγνήτιζαν την ηρωίδα. Ο συγγραφέας γράφει ότι η Έλλη «είχεν αγρυπνήσει όλη την παρελθούσαν νύκτα εκ της συνήθους ημικρανίας της, και ήτο κατάκοπος, και αι χείρες της έκαιον. Είχεν ανάγκην απόψε, μεγαλειτέραν ανάγκην παρηγορίας και έρωτος, θερμή δε και πρόθυμος προσέβλεπε και επεκαλείτο συχνά τον Μαξ, ως τον απεκάλει, συνοδεύουσα το όνομα του με επιθετα θαυμασμου και λατρειας θρησκευτικής».
Με τα πολλά, η εικόνα φαίνεται στα μάτια της ηρωίδας να παίρνει διαστάσεις ανθρώπου και σαν πνοή να παρουσιάζεται ο Μαξ. Όμως ο νεαρός άνδρας στέκεται ψυχρός και αγέλαστος εντός του πλαισίου της εικόνας. Η δε Έλλη κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να τον προσελκύσει ερωτικά. «Τον ηγάπα, τον ηγάπα με ειδωλολατρίαν , μέχρι θανάτου. […] Αυτός μόνο ήτο η προστασία της, η θρησκεία της, το παν…». Η Έλλη συνεχίζει να προσκαλεί και να προκαλεί ερωτικά τον Μαξ, φθάνει δε και σε σημεία ακραία: «Θέλω να σε εξευμενίσω, λατρεία μου, θέλω με το αίμα μου και με τα κόκκαλά μου να σου κτίσω εκκλησία, θέλω με τη ζωή μου να σου χαρίσω ζωή, να καταστραφώ για σε, να μηδενισθώ… Σ’ αγαπώ». Και λιγο μετα: «Σ’ αγαπώ, Μαξ, ναι πολύ, παράπολυ… Πάρε με…».
Από το σημείο τούτο και ύστερα, η Έλλη έχει φθάσει στο υψηλότατο σημείο παράκλησης. Τα δόντια της και ολόκληρο το σώμα της τρέμουν. Ο Μαξ την επισκέπτεται «εν όλη τη λάμψη του» και της δίνει ένα φιλί. Εκείνη «ησθάνθη ηδονήν φλογεράν, λιποψυχούσαν, ακατανίκητον, νοσηράν ηδονήν». Αμέσως μετά αισθάνεται ότι ο Μαξ την παίρνει στην αγκαλιά του και «εδοκίμασε έπειτα ηδονήν οξείαν, άφατον. […] Και όλη εταράχθη τωρα υπο σπασμού σφοδρού, και οι οδόντες της έφριξαν, και λεπτός αφρός ανέβλυσε των χειλέων της». Είναι φανερό ότι η νεαρή κοπέλα βρίσκεται σε έκσταση. Όταν ανοίγει τα μάτια και βλέπει την φοβερή Σελήνη που μοιάζει με Μέδουσα, «έπεσε σωρός επι του εδάφους, αδρανής, νεκρά εν τη συγκοπή του υστερικού παροξυσμού».

Αυτό που ονομάζεται οργασμός, είναι μια διονυσιακή έκσταση. Η φράση «υστερικού παροξυσμού» δεν θα μας απασχολήσει ιατρικά εδώ (αν και ο Επισκοπόπουλος χρησιμοποιεί συχνά και σκόπιμα ιατρικούς όρους), αλλά θα μας παραπέμψει στην στιγμή της κορύφωσης αυτού του βακχεύματος της Έλλης.

Οι ομοιότητες των δυο κειμένων είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Μια γυναίκα σφόδρα ερωτευμένη με έναν άνδρα θέτει απέναντί της ένα ομοίωμα (στην περίπτωση της Λαοδάμειας είναι ξόανο, ενώ στην περίπτωση της Έλλης είναι η εικόνα). Ζητούν ύστερα από αυτό το «είδωλο» να ζωντανέψει. Αρχικά του μιλούν, ύστερα κλαίνε και παρακαλούν δυνατά, στο τέλος πέφτουν σε διονυσιακή έκσταση. Το αποτέλεσμα είναι ο νεκρός να εμφανιστεί. Ο Πρωτεσίλαος έμεινε μια ολόκληρη νύχτα με τη γυναίκα του. Ο Μαξ φίλησε και αγκάλιασε την Έλλη. Όταν οι ανδρες εξαφανίστηκαν, η μεν Λαοδάμεια αυτοκτονεί, η δε Έλλη σωριάζεται νεκρή εν μέσω υστερικού παροξυσμού. Και οι δυο γυναίκες ακολουθούν τον αγαπημένο τους.
Η ταύτιση έρωτα και θανάτου δεν είναι κάτι το πρωτότυπο στην ελληνική παράδοση. Θα ισχυριστούμε ότι η ιδέα αυτή διέπει όλες της εποχές του ελληνισμού (πλην της τελευταίας ίσως). Ο σοφός λαός έχει πει: «Τι έρωτας, τι θάνατος δεν έχεις να διαλέξεις». Η ρήση αυτή που στις μέρες μας ηχεί τρομακτική στα απαίδευτα ώτα, γίνεται εδώ πλήρως κατανοητή. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, όπως ειπώθηκε και στην αρχή, έχουμε να κάνουμε με ένα μοτίβο που διαπερνά τους αιώνες. Αν αυτό αγνοείται, συμβαίνει μάλλον επειδή κάθε εποχή θέτει το δικό της καλλιτεχνικό πλαίσιο. Δηλαδή, το πλαίσιο που θέτει ο Αισθητισμός του Επισκοπόπουλου είναι ηδονιστικό και μελαγχολικό, μυστικιστικό και τρομακτικό.

Ως απόηχος αρχαίων ιστοριών, τούτο το μοτίβο λειτουργεί εξαίσια μέσα στο πλαίσιο του Αισθητισμού…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου